Κωνσταντίνος

I
Όνομα δύο βασιλιάδων της νεότερης Ελλάδας.
1. Κ. Α’ (Κωνσταντίνος Γκλίξμπουργκ, Αθήνα 1868 – Παλέρμο, Σικελία 1923). Βασιλιάς των Ελλήνων (1913-17, 1920-22). Ήταν πρωτότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α’ και της βασίλισσας Όλγας. Έπειτα από επιμελημένη αγωγή –δάσκαλοί του υπήρξαν μεταξύ άλλων ο ελληνιστής Ιωάννης Πανταζίδης, ο μαθηματικός Βασίλειος Λάκων, ο συνταγματολόγος Στέφανος Στρέιτ και ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος– αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων το 1886 και τον ίδιο χρόνο πήγε στη Γερμανία, όπου φοίτησε στην Ακαδημία Πολέμου του Βερολίνου και παρακολούθησε μαθήματα πολιτικών επιστημών στα πανεπιστήμια της Λειψίας και της Χαϊδελβέργης. Μετά την επιστροφή του, το 1889, παντρεύτηκε τη Γερμανίδα πριγκίπισσα Σοφία, αδελφή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’, από την οποία απέκτησε τρεις γιους, τον Γεώργιο, τον Αλέξανδρο και τον Παύλο (και οι τρεις βασίλευσαν) και τρεις κόρες, την Ελένη, την Ειρήνη και την Αικατερίνη. Το 1890 (είχε τότε τον βαθμό του υποστράτηγου) του ανατέθηκε η διοίκηση του 3ου Αρχηγείου του στρατού στην Αθήνα και το 1897, λίγες ημέρες πριν από την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου, ανέλαβε την ανώτατη αρχηγία του στρατού Θεσσαλίας. Αν και από πολλούς θεωρήθηκε ο κυρίως υπεύθυνος για την ήττα των ελληνικών δυνάμεων σε εκείνο τον πόλεμο, ο οποίος διεξήχθη χωρίς σχέδιο και με ανοργάνωτο και αγύμναστο στρατό, το φθινόπωρο του 1900 ο Κ. Α’ ορίστηκε γενικός διοικητής του στρατού από την κυβέρνηση Θεοτόκη και σε αυτή τη θέση παρέμεινε μέχρι την επανάσταση του 1909. Τα επιτεύγματα της περιόδου εκείνης δεν ήταν ασήμαντα. Έγιναν πολεμικές προμήθειες, εκπονήθηκε σχέδιο επιστράτευσης, πραγματοποιήθηκαν μεγάλα γυμνάσια και πολλοί αξιωματικοί, με τη συγκατάνευση της κυβέρνησης και του Κ. Α’, έλαβαν μέρος στον Μακεδονικό αγώνα. Υπήρξε όμως και σημαντική δυσαρέσκεια, εξαιτίας της ανάμειξης του Κ. Α’ σε καθαρά προσωπικά ζητήματα, με αποτέλεσμα οι πρωτεργάτες του 1909 να απαιτήσουν και να επιτύχουν την απομάκρυνση του Κ. Α’ και των άλλων βασιλοπαίδων από την ενεργό διοικητική υπηρεσία. Τον Μάιο του 1911 η πρώτη κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου τον επανέφερε και τον επέβαλε επικεφαλής της Γενικής Επιθεώρησης Στρατού. Από τη θέση εκείνη ο Κ. Α’, με την υποστήριξη της κυβέρνησης και της γαλλικής και αγγλικής οργανωτικής στρατιωτικής αποστολής, προσπάθησε να οργανώσει στρατιωτικά τη χώρα και να την προετοιμάσει για τους επερχόμενους αγώνες. Αυτές οι προσπάθειες στέφθηκαν επίσης από επιτυχία. Επικεφαλής ενός λαμπρού, πειθαρχημένου και θαυμάσια οργανωμένου στρατού, νίκησε τους Τούρκους στην Ελασσόνα (5 Οκτωβρίου 1912), στα Στενά του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου), εισέβαλε στα Σέρβια (11 Οκτωβρίου), κατέλαβε τη Βέροια (16 Οκτωβρίου), έκαμψε την τουρκική αντίσταση στα Γιαννιτσά (20 Οκτωβρίου), εισέβαλε στη Θεσσαλονίκη (28 Οκτωβρίου) προτού φτάσουν εκεί οι Βούλγαροι, και στις 6 Νοεμβρίου 1912 είχε ολοκληρώσει την απελευθέρωση της δυτικής Μακεδονίας. Με πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, στις 9 Νοεμβρίου 1912 του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού. Στις 7 Ιανουαρίου 1913 ανέλαβε την αρχηγία του στρατού της Ηπείρου, ο οποίος ήταν καθηλωμένος μπροστά στο Μπιζάνι από τα μέσα του Νοεμβρίου του 1912. Επιτυγχάνοντας με επιδέξιο αιφνιδιασμό την πτώση του οχυρού και την κατάληψη των Ιωαννίνων (22 Φεβρουαρίου 1913), εδραίωσε τη φήμη του ως στρατιωτικού ηγέτη. Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α’ (5 Μαρτίου 1913) ορκίστηκε βασιλιάς (8 Μαρτίου 1913) και έπειτα από λίγους μήνες, ως αρχηγός του ελληνικού στρατού, νίκησε τους Βούλγαρους στο Κιλκίς (21 Ιουνίου 1913), στη Δοϊράνη (23 Ιουνίου), στα στενά της Κρέσνας (8-11 Ιουλίου) και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Μετά την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου ο Κ. Α’ διαφώνησε με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο σχετικά με την εξωτερική πολιτική της χώρας. Ο βασιλιάς πρότεινε πολιτική ουδετερότητας (υποστηρίζεται ότι κατά βάθος έκλινε προς την πλευρά των Γερμανών), ενώ ο Βενιζέλος ήταν υπέρ της εξόδου στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων της Αντάντ. Η διαφωνία αυτή είχε δραματικές συνέπειες. Οδήγησε στη δημιουργία του χωριστικού κινήματος της Εθνικής Άμυνας, στη Θεσσαλονίκη (Αύγουστος 1916), στον διχασμό του κράτους και στον σχηματισμό (επίσης στη Θεσσαλονίκη) επαναστατικής κυβέρνησης με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην επέμβαση γαλλικών στρατευμάτων στη βίαιη (έπειτα από τελεσίγραφο του επικεφαλής των γαλλικών στρατευμάτων και ύπατου αρμοστή της Αντάντ στρατηγού Καρόλου Ζονάρ) απομάκρυνση του Κ. Α’ από την Ελλάδα, στον αποκλεισμό του διαδόχου Γεωργίου από τον ελληνικό θρόνο (31 Μαΐου 1917) και στην ανάρρηση στον θρόνο του δευτερότοκου γιου του Κ. Α’, Αλέξανδρου. Ο Κ. Α’ πήγε τότε με την οικογένειά του στην Ελβετία, όπου παρέμεινε έως τις 6 Δεκεμβρίου 1920, οπότε επέστρεψε ύστερα από δημοψήφισμα, το οποίο διεξήχθη από τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου. Οι συμμαχικές δυνάμεις δεν αναγνώρισαν αυτή την εξέλιξη. Παράλληλα, ο Κ. Α’, εξαντλημένος από αρρώστια και ψυχική κόπωση, αφέθηκε να οδηγηθεί στην περιπέτεια της Μικρασιατικής εκστρατείας και μετέβη στη Σμύρνη (1921), όπου παρέμεινε αδρανής πλέον έως τη μοιραία έκβαση, την κατάρρευση του μετώπου, μετά την επίθεση του Κεμάλ Ατατούρκ στο Αφιόν Καραχισάρ και την επακόλουθη τραγική εκδίωξη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1922 κηρύχθηκε στη Χίο στρατιωτική επανάσταση με αρχηγό τον Νικόλαο Πλαστήρα, με αποτέλεσμα ο Κ. Α’ να αναγκαστεί να παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου Γεωργίου. Αναχώρησε τότε με την οικογένειά του για το Παλέρμο της Σικελίας, όπου παρέμεινε έως τον θάνατό του. Ενταφιάστηκε στην κρύπτη της ρωσικής εκκλησίας της Φλωρεντίας, αλλά τον Νοέμβριο του 1936 έγινε μετακομιδή της σορού του στα πρώην ανάκτορα του Τατοΐου.
2. Κ. Β’ (Κωνσταντίνος Γκλίξμπουργκ, Αθήνα 1940 –). Βασιλιάς των Ελλήνων (1964-73). Ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά Παύλου και της βασίλισσας Φρειδερίκης. Έναν χρόνο μετά τη γέννησή του, οι γονείς του, αντιμετωπίζοντας την επικείμενη είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην Αθήνα, εγκατέλειψαν τη χώρα και πήγαν στην Αίγυπτο και κατόπιν στη Νότια Αφρική, όπου παρέμειναν έως το 1946 οπότε, ύστερα από δημοψήφισμα με το οποίο παλινορθώθηκε η βασιλεία (1η Σεπτεμβρίου 1946) –του οποίου το αδιάβλητο ωστόσο αμφισβητήθηκε– επέστρεψαν στην Αθήνα. Ο Κ. Β’ φοίτησε στη Σχολή των Αναβρύτων και μετά στις στρατιωτικές σχολές των Ευελπίδων, των Ικάρων και των Δοκίμων. Στη συνέχεια επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, όπου εκπαιδεύτηκε στα σύγχρονα πολεμικά όπλα, και όταν γύρισε στην Ελλάδα παρακολούθησε ορισμένα μαθήματα στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα ασχολήθηκε με τον αθλητισμό και στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1960, στη Ρώμη, αναδείχθηκε ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα. Το 1964 διαδέχθηκε στον θρόνο τον πατέρα του, Παύλο, και λίγους μήνες αργότερα τελέστηκε ο γάμος του με την πριγκίπισσα της Δανίας Άννα Μαρία. Από τον γάμο αυτό απέκτησε πέντε παιδιά: την Αλεξία, τον Παύλο, τον Νικόλαο, τη Θεοδώρα και τον Φίλιππο. Στη διάρκεια της βασιλείας του ήρθε σε σύγκρουση με τον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου (1965) με αφορμή την απόφαση του τελευταίου να απαλλάξει τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά από τα καθήκοντά του και να αναλάβει ο ίδιος το νευραλγικό αυτό υπουργείο. Ο Κ. Β’ αρνήθηκε το δικαίωμα αυτό στον πρωθυπουργό, ο οποίος στις 15 Ιουλίου 1965 υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από λαϊκές κινητοποιήσεις και πολιτική αστάθεια (βλ. λ. Ιουλιανά). Οι κυβερνήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Τελικά, το 1967 ο Κ. Β’ ανέθεσε την πρωθυπουργία στον ηγέτη της EPE Παναγιώτη Κανελλόπουλο, με την προοπτική να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Τη νύχτα όμως της 20ής προς την 21η Απριλίου εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο κατέλυσε την κυβέρνηση και ανέβαλε επ’ αόριστον τις εκλογές, χωρίς να αλλάξει τη μορφή του πολιτεύματος σε πρώτη φάση. Ο Κ. Β’ αποδέχθηκε αρχικά το δικτατορικό καθεστώς· αργότερα όμως, επειδή οι πραξικοπηματίες ουσιαστικά τον παραμέρισαν, αποφάσισε να αντιδράσει. Στις 13 Δεκεμβρίου 1967 ηγήθηκε αντιπραξικοπήματος, χωρίς όμως επιτυχία. Έφυγε τότε από την Ελλάδα και πήγε στη Ρώμη, ενώ η κυβέρνηση της 21ης Απριλίου διόρισε αντιβασιλιά τον στρατηγό Γεώργιο Ζωιτάκη, τον οποίο αργότερα απομάκρυνε για να αναλάβει τα καθήκοντά του ο ίδιος ο πραξικοπηματίας Γεώργιος Παπαδόπουλος. Αργότερα, ο Γ. Παπαδόπουλος κήρυξε την Ελλάδα προεδρευομένη δημοκρατία και έκπτωτο τον βασιλιά και τους διαδόχους του, με αφορμή το αποκαλούμενο κίνημα του ναυτικού, στο οποίο θεωρήθηκε βέβαιη η συμμετοχή του Κ. Β’. Στις 27 Ιουλίου 1973 διενεργήθηκε δημοψήφισμα το οποίο, με ποσοστό 78,4% κατά και 21,6% υπέρ, επισημοποίησε την κατάργηση της μοναρχίας. Με νομοθετικό διάταγμα η στρατιωτική κυβέρνηση δήμευσε την κινητή και ακίνητη βασιλική περιουσία (1973). Μετά την κατάρρευση της δικτατορίας έγινε νέο δημοψήφισμα και ο ελληνικός λαός, με ποσοστό 67,5%, ψήφισε την κατάργηση της μοναρχίας, της οποίας ο Κ. Β’ υπήρξε ο τελευταίος εκπρόσωπος. Ο τελευταίος αναγνώρισε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος χωρίς να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στον θρόνο και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Λονδίνο, ξεκινώντας δικαστικούς αγώνες για το θέμα της βασιλικής περιουσίας. Το 1994 η βουλή ψήφισε νόμο με τον οποίο κηρύσσονταν ήδη απαλλοτριωθέντα υπέρ του ελληνικού Δημοσίου τα τρία ακίνητα (κτήμα και ανάκτορα Τατοΐου, έπαυλη Μον Ρεπό στην Κέρκυρα και κτήμα στο Πολυδένδρι Λάρισας) τα οποία θεωρούνταν βασιλική περιουσία και απαιτούσε την καταβολή φόρου από τον τέως μονάρχη. Ο νόμος δίχασε την ελληνική δικαιοσύνη, καθώς είχε προκύψει διαφωνία ως προς τη συνταγματικότητά του μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου. Ο Κ. Β’ προσέφυγε αρχικά στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, που αργότερα παρέπεμψε την υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο τον δικαίωσε εν μέρει επιδικάζοντας (2002) στην ελληνική κυβέρνηση ένα ποσό αποζημίωσης το οποίο όφειλε να καταβάλει στην οικογένεια του Κ. Β’ ως αντίτιμο της απαλλοτρίωσης, αλλά δεν του αναγνώρισε τον τίτλο του «τέως βασιλιά».
Ο βασιλιάς της Ελλάδας Κωνσταντίνος Α’ (1913-17, 1920-22).
Ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’ (φωτ. ΑΠΕ).
II
(Constantine). Όνομα τριών βασιλιάδων της Σκοτίας.
1. Κ. Α’ (9ος αι.). Βασιλιάς των Σκοτσέζων και των Πίκτων (862-877). Ήταν γιος του Κένεθ Α’ και διαδέχθηκε τον Μάλκολμ Α’. Στη διάρκεια της βασιλείας του αγωνίστηκε σκληρά εναντίον των Σκανδιναβών, οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να τον εξοντώσουν, στη μάχη του Ινβερντόβατ.
2. Κ. Β’ (10ος αι.). Βασιλιάς της Άλμπα (900-942). Ήταν συνετός βασιλιάς, με εξαιρετικές στρατιωτικές ικανότητες. Κατόρθωσε να αναχαιτίσει τους Σκανδιναβούς, που εκείνη την εποχή αποτελούσαν μεγάλη απειλή για το βασίλειό του. Το 906 συγκάλεσε σύνοδο η οποία ασχολήθηκε με διάφορα θρησκευτικά ζητήματα της Εκκλησίας της Σκοτίας, την οποία επανίδρυσε μετά τη διάλυσή της από τους Πίκτους βασιλιάδες. Αργότερα, σε συνεννόηση και με τους Δανούς, πρωτοστάτησε στην οργάνωση πολεμικών επιχειρήσεων εναντίον του βασιλιά των Αγγλοσαξόνων Έθελσταν, από τον οποίο νικήθηκε στη μάχη του Μπρούναμπεργκ (937). Μετά τη μάχη αυτή οι Αγγλοσάξονες επιδόθηκαν σε σφαγή, κατά την οποία σκοτώθηκε ένας γιος του Κ. και αρκετοί αξιωματούχοι. Σε προχωρημένη ηλικία, εγκατέλειψε τον θρόνο και ακολούθησε τον μοναστικό βίο. Τον διαδέχθηκε ο εξάδελφός του Μάλκολμ Β’.
3. Κ. Γ’, ο Φαλακρός (; – 997). Βασιλιάς της Άλμπα (995-997). Διαδέχθηκε τον δολοφονηθέντα εξάδελφό του Κένεθ Β’, γιο του Μάλκολμ Β’. Δολοφονήθηκε και ο ίδιος ύστερα από δύο χρόνια.
III
Όνομα ηγεμόνων της Ρωσικής αυτοκρατορίας.
1. Κ. Βσεβολόντοβιτς, ο Σοφός (Βλαντιμίρ 1186 – Ροστόφ, Κίεβο 1219). Ρώσος μέγας ηγεμόνας (1216-19). Ήταν γιος του Βλαντίμιρ Βσεβόλοντ της δυναστείας του Ρούρικ. Το 1206 ανακηρύχθηκε πρίγκιπας του Νόβγκοροντ σε ηλικία 22 ετών, αλλά ανακλήθηκε από τον πατέρα του, γιατί με την αυταρχική συμπεριφορά του είχε προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στους υπηκόους του, οι οποίοι προετοίμαζαν ένοπλη εξέγερση. Στη συνέχεια διορίστηκε ηγεμόνας του Ροστόφ και άλλων επτά πόλεων. Λίγο αργότερα ο πατέρας του τον όρισε διάδοχό του στο αξίωμα του μεγάλου ηγεμόνα, με τον όρο ότι θα παραχωρούσε στον αδελφό του Γεώργιο την ηγεμονία του Ροστόφ. Ο Κ. αρνήθηκε να συμμορφωθεί με την επιθυμία του πατέρα του, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αναγορεύσει διάδοχο της μεγάλης ηγεμονίας της Ρωσίας τον Γεώργιο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος έληξε με την επικράτηση του Κ. και την ανακήρυξή του σε μεγάλο ηγεμόνα (1216). Ωστόσο, αναγνώρισε τον αδελφό του διάδοχο της μεγάλης ηγεμονίας και του παραχώρησε τη Σουζδαλία.
2. Κ. Κωνσταντίνοβιτς (Στρέλνα 1858 – Παβλόφσκ 1915). Ρώσος μέγας δούκας. Ήταν δευτερότοκος γιος του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου Νικολάγιεβιτς και αδελφός της βασίλισσας της Ελλάδας Όλγας. Διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της Αγίας Πετρούπολης. Επίσης, ασχολήθηκε με την ποίηση και έγραψε διάφορα ποιήματα, πολλά από τα οποία θεωρούνται αξιόλογα, και πολλά θεατρικά έργα. Τέλος, μετέφρασε τον Άμλετ του Σαίξπηρ στα ρωσικά.
3. Κ. Κωνσταντίνοβιτς (Αγία Πετρούπολη 1890 – Αλαπαϊγιέβσκ 1918). Ρώσος μέγας δούκας. Ήταν γιος του μεγάλου δούκα Κωνσταντίνου Κωνσταντίνοβιτς (βλ. 2.). Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής επανάστασης, οι μπολσεβίκοι τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν μαζί με τους άλλους μεγάλους δούκες, Σέργιο, Ιγκόρ και Ιωάννη.
4. Κ. Νικολάγιεβιτς (Αγία Πετρούπολη 1827 – 1892). Ρώσος μέγας δούκας. Ήταν γιος του τσάρου Νικολάου Α’. Κατά καιρούς κατέλαβε διάφορες ανώτερες θέσεις. Διετέλεσε μέγας ναύαρχος του ρωσικού ναυτικού και ανώτερος διευθυντής του Υπουργείου Ναυτικών. Το 1862 διορίστηκε αντιβασιλιάς της Πολωνίας, αλλά ύστερα από επανάσταση που ξέσπασε τον επόμενο χρόνο, υποχρεώθηκε να την εγκαταλείψει. Όταν γύρισε στην πατρίδα του, διορίστηκε πρόεδρος του συμβουλίου της αυτοκρατορίας. Μετά τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου Β’ παραιτήθηκε από όλα τα δημόσια αξιώματα.
5. Κ. Παύλοβιτς (Αγία Πετρούπολη 1799 – Βίτεμπσκ 1831). Ρώσος μέγας δούκας και αντιβασιλιάς της Πολωνίας (1815-31). Ήταν γιος του τσάρου Παύλου Α’ (1796-1801). Ανατράφηκε από τη γιαγιά του, τσαρίνα Αικατερίνη Β’ (1762-96), η οποία οραματιζόταν την εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη και την ανακήρυξη του ίδιου ως αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Για τον λόγο αυτό τον βάφτισε Κ. και φρόντισε να διδαχτεί ο εγγονός της τη νέα ελληνική γλώσσα. Πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ιταλίας. Πολέμησε υπό τις διαταγές του τσάρου Αλέξανδρου Α’ στη μάχη του Αούστερλιτς και, μετά τη συνθήκη της Βιέννης, έγινε αντιβασιλιάς της Πολωνίας και αρχηγός των πολωνικών στρατιωτικών δυνάμεων (1815). Αν και οργάνωσε τον πολωνικό στρατό, δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξή του, ούτε και του πολωνικού λαού, ο οποίος επιθυμούσε την αυτονομία του. Όταν ο μικρότερος αδελφός του Νικόλαος διαδέχθηκε στον ρωσικό θρόνο τον μεγαλύτερο αδελφό τους Αλέξανδρο Α’ (1801-25), ο οποίος πέθανε τον Δεκέμβριο του 1825, εκδηλώθηκε στάση μιας ομάδας Ρώσων (οι οποίοι αργότερα ονομάστηκαν Δεκεμβριστές), στην οποία συμμετείχαν και Πολωνοί, με το αίτημα να υπάρξει σύνταγμα για τη διακυβέρνηση της χώρας. Η στάση καταπνίγηκε γρήγορα. Το γεγονός επηρέασε τη σχέση των δύο αδελφών, η οποία επιδεινώθηκε εξαιτίας πολιτικών διαφωνιών, με αποτέλεσμα να μη συμμετάσχει ο πολωνικός στρατός στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1828-29). Κατά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Βαρσοβία (1830) ο πολωνικός στρατός υποστήριξε τους επαναστάτες και ο Κ. έχασε τον έλεγχο της πόλης. Στη συνέχεια αρρώστησε από χολέρα και πέθανε πριν μπορέσει να καταπνίξει την επανάσταση.
IV
Όνομα αξιωματούχων της βυζαντινής περιόδου.
1. Κ. (; – 535; μ.Χ.). Στρατηγός του Βυζαντίου από τη Θράκη. Το 535 έλαβε μέρος στην εκστρατεία εναντίον των Γότθων της Ιταλίας, επικεφαλής της οποίας ήταν ο στρατηγός Βελισάριος. Διακρίθηκε στις μάχες της κεντρικής Ιταλίας, ενώ στη διάρκεια της πολιορκίας της Ρώμης έδειξε εξαιρετική τόλμη και σπάνιες στρατηγικές ικανότητες. Όμως, ήλθε σε ρήξη με τον Βελισάριο, επειδή θέλησε να κρατήσει για τον εαυτό του τον οπλισμό των Γότθων, οι οποίοι είχαν παραδοθεί στον βυζαντινό στρατό. Η ρήξη έλαβε μεγάλες διαστάσεις και ο Κ. επιχείρησε να σκοτώσει τον Βελισάριο, ο οποίος όμως κατόρθωσε να τον συλλάβει και λίγο αργότερα να τον εκτελέσει.
2. Κ. (; – 822 μ.Χ.). Στρατηγός του Βυζαντίου. Έδρασε την εποχή του αυτοκράτορα Μιχαήλ Β’ του Τραυλού (820-829). Η καταγωγή του είναι άγνωστη. Υιοθετήθηκε σε μικρή ηλικία από τον βυζαντινό στρατηγό Θωμά, ο οποίος στασίασε το 820 εναντίον του αυτοκράτορα. Ο Κ. έλαβε ενεργό μέρος στις επιχειρήσεις εναντίον των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, αλλά το 822, στην προσπάθειά του να καταλάβει ένα φρούριο στο θέμα του Oψικίου, έπεσε σε ενέδρα του βυζαντινού στρατηγού Ολβιανού και σκοτώθηκε. Το κεφάλι του εστάλη στον Μιχαήλ Β’, ο οποίος με τη σειρά του το έστειλε στον Θωμά.
3. Κ. (; – 838 μ.Χ.). Δρουγγάριος (αξιωματικός) του βυζαντινού στρατού. Έδρασε την εποχή του αυτοκράτορα Θεόφιλου (829-842). Διακρίθηκε στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του χαλίφη των Αράβων Μοτασέμ (838) και ιδιαίτερα στις μάχες για την άμυνα του Αμορίου. Αιχμαλωτίστηκε όμως μετά την άλωση της πόλης και οδηγήθηκε στη Βαγδάτη, μαζί με άλλους στρατηγούς. Εκεί θανατώθηκε με μαρτυρικό τρόπο, επειδή δεν δέχτηκε να απαρνηθεί τον χριστιανισμό. Η Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε μεταξύ των μαρτύρων και τιμά τη μνήμη του στις 6 Μαρτίου.
4. Κ. (9ος-10ος αι.). Στρατηγός του Βυζαντίου. Ήταν έμπιστος του αυτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (886-912). Όταν ο στρατηγός της Λομβαρδίας στασίασε, ο Κ. εστάλη από τον αυτοκράτορα επικεφαλής των στρατευμάτων των ευρωπαϊκών θεμάτων για να τον αντιμετωπίσει. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν ο Κ. νικήθηκε κατά κράτος και επέζησε μόλις και μετά βίας.
5. Κ. (; – 913 μ.Χ.). Στρατηγός του Βυζαντίου. Με την προτροπή ορισμένων βυζαντινών αρχόντων, επιχείρησε να ανατρέψει τον ανήλικο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο, παραβιάζοντας τη Χαλκή Πύλη, μαζί με στρατιώτες και πλήθος λαού, προσπαθώντας να εισβάλει στα ανάκτορα. Όμως ο Ιωάννης Ελλαδάς, ένας από τους επιτρόπους του νεαρού αυτοκράτορα, κινητοποίησε εγκαίρως τη βασιλική φρουρά και τους ναύτες των πολεμικών πλοίων, οι οποίοι κατόρθωσαν να συντρίψουν τους στασιαστές και να σκοτώσουν τον Κ.
6. Κ. (10ος αι.). Συναυτοκράτορας στον θρόνο του Βυζαντίου (921-945). Ήταν τριτότοκος γιος του ναυάρχου Ρωμανού Λεκαπηνού ο οποίος, μετά την ανακήρυξή του σε συναυτοκράτορα του ανήλικου Κωνσταντίνου Ζ’ του Πορφυρογέννητου (920), απένειμε τον τίτλο πρώτα στον μεγαλύτερο γιο του, Χριστόφορο, και στη συνέχεια στους άλλους δύο γιους του, τον Κ. και τον Στέφανο (921). Παντρεύτηκε την Ελένη, κόρη του πατρικίου Αδριανού, και μετά τον θάνατό της πήρε ως δεύτερη σύζυγο τη Θεοφανώ από το γένος Μάμαντα. Όταν πέθανε ο Χριστόφορος, ο Στέφανος προέτρεψε τον Κ. να συνωμοτήσουν εναντίον του πατέρα τους, τον οποίο εκθρόνισαν το 944 και τον εξόρισαν στο νησί Πρώτη των Πριγκιποννήσων. Όμως ο Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος, αντιλαμβανόμενος ότι οι ομόθρονοί του σχεδίαζαν να έχει την ίδια τύχη με τον πατέρα του, φρόντισε να ενισχύσει τη θέση του στον θρόνο εξορίζοντάς τους πρώτος. Ύστερα από αλλεπάλληλες μετακινήσεις, ο Κ. κατέληξε στη Σαμοθράκη όπου, προσπαθώντας να δραπετεύσει, σκοτώθηκε από τους φύλακές του.
7. Κ. (11ος αι.). Στρατηγός του Βυζαντίου. Ήταν αδελφός του πανίσχυρου αυλικού Ιωάννη Ορφανοτρόφου και του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ’ Παφλαγόνα (1034-41). Αν και ήταν ευνούχος και εντελώς ανίδεος στον στρατιωτικό τομέα, διορίστηκε από τους αδελφούς του στρατηγός της Αντιόχειας, την εποχή μάλιστα που η πόλη κινδύνευε σοβαρά από τους Άραβες της Συρίας. Το 1041 όμως καθαιρέθηκε από τη βασίλισσα Ζωή και εξορίστηκε. Τον επόμενο χρόνο ανακλήθηκε από την ίδια με τη συγκατάθεση του νέου αυτοκράτορα Μιχαήλ Ε’ του Καλαφάτη (1041-42) και τιμήθηκε με τον τίτλο του νοβελίσιμου. Λίγο αργότερα, όταν ο Μιχαήλ Ε’ εκθρονίστηκε από τη Ζωή, εξορίστηκε πάλι από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ’ τον Μονομάχο (1042-55).
8. Κ. (11ος αι.). Στρατηγός του Βυζαντίου και πατρίκιος. Ήταν ανιψιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Δ’ του Παφλαγόνα (1034-41). Διορίστηκε διοικητής του θέματος της Θεσσαλονίκης και το 1040 αντιμετώπισε τους Βούλγαρους του Πέτρου Δελεάνου, οι οποίοι επαναστάτησαν εναντίον του Βυζαντίου, λεηλάτησαν τη Μακεδονία και πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Ο Κ. απέκρουσε όλες τις βουλγαρικές επιθέσεις και, ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του, πραγματοποίησε ορμητική έξοδο, με αποτέλεσμα να τρέψει σε φυγή τους επιδρομείς, από τους οποίους σκοτώθηκαν περίπου 15.000 και άλλοι τόσοι αιχμαλωτίστηκαν.
9. Κ. (11ος αι.). Στρατηγός του Βυζαντίου, Σαρακηνός στην καταγωγή. Έδρασε στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου (1042-55). Προσελήφθη στη βασιλική Αυλή, όταν ο Κωνσταντίνος Θ’ χώρισε τη Ζωή και αναγορεύτηκε αυτοκράτορας. Την ίδια εποχή διορίστηκε μέγας εταιρειάρχης (διοικητής της βασιλικής φρουράς) και εστάλη επικεφαλής σώματος στρατού εναντίον του Τούρκου ηγεμόνα της Περσαρμενίας Αβουλσεβάρ (ο Απλησφάρης των βυζαντινών χρονογράφων). Ο Τούρκος ηγεμόνας είχε καταλάβει τη Μεγάλη Αρμενία, ύστερα από συνεννόηση με τον βυζαντινό αυτοκράτορα, αλλά παραβιάζοντας τις συμφωνίες, όχι μόνο δεν την παρέδιδε στην αυτοκρατορία αλλά ταυτόχρονα επιτέθηκε εναντίον των βυζαντινών στρατευμάτων που έφτασαν εκεί. Ο Κ. νίκησε πολλές φορές τον Αβουλσεβάρ και κατέλαβε πολλά εχθρικά φρούρια. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας όμως του επαρκώς οχυρωμένου φρουρίου του Χελιδωνίου, ανακλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, επειδή εκείνη την εποχή είχε εκδηλωθεί στην Αδριανούπολη κίνημα με επικεφαλής τον Λέοντα Τορνίκιο. Οδήγησε αμέσως τον στρατό του εκεί και κατόρθωσε να καταστείλει την εξέγερση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Λίγο αργότερα συγκρούστηκε με τους Πετσενέγκους (Πατσινάκες), οι οποίοι λεηλατούσαν την περιοχή και, αφού τους νίκησε, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη.
10. Κ. (11ος αι.). Στρατηγός του Βυζαντίου, από την Καππαδοκία. Ήταν στενός φίλος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα του Παραπινάκη (1071-78). Όταν αποφασίστηκε η επανασύσταση του στρατιωτικού σώματος των Αθανάτων, με εισήγηση του λογοθέτη (υπουργού) Νικηφόρου ανατέθηκε η συγκρότηση και η διοίκησή του στον Κ., ο οποίος έσπευσε για τον σκοπό αυτό να στρατολογήσει τους ικανότερους Μικρασιάτες πρόσφυγες της Κωνσταντινούπολης. Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι Αθάνατοι έγιναν το αρτιότερα οργανωμένο στρατιωτικό σώμα της αυτοκρατορίας, το οποίο διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στα χρόνια του Μιχαήλ Ζ’ και του μετέπειτα αυτοκράτορα Νικηφόρου Γ’ Βοτανειάτη (1078-81). Όταν στον θρόνο ανήλθε ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081-1118), οι Αθάνατοι διαλύθηκαν.
11. Κ. (11ος-12ος αι.). Βασιλικός θησαυροφύλακας. Έδρασε την εποχή του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ Αγγέλου Κομνηνού (1195-1203) και των διαδόχων του. Πρωτοστάτησε στα γεγονότα της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους της Δ’ Σταυροφορίας (1203-4) και συνετέλεσε στην υπονόμευση της άμυνας της πόλης και στην ταχύτερη άλωσή της. Μετά την άνανδρη φυγή του Αλέξιου Γ’ (1203), συνέλαβε και φυλάκισε, με την υποστήριξη των Βαράγγων μισθοφόρων, τη βασίλισσα Ευφροσύνη και όλους τους συγγενείς της. Ανακήρυξε έπειτα αυτοκράτορα τον κρατούμενο τυφλό πρώην αυτοκράτορα Ισαάκιο Β’ με συναυτοκράτορα τον γιο του, Αλέξιο Δ’ Άγγελο. Μετά την εκθρόνισή τους (1024) από τον Νικόλαο Καναβό, στην οποία αναμφισβήτητα συνετέλεσε και ο Κ., βοήθησε τον Αλέξιο Μούρτζουφλο να καταλάβει την εξουσία λίγες ημέρες αργότερα.
12. Κ. Άγγελος (12ος αι.). Ναύαρχος του βυζαντινού στόλου, γενάρχης της οικογένειας των Αγγέλων. Βλ. λ. Άγγελος, Κωνσταντίνος.
13. Κ. Άγγελος Κομνηνός (12ος αι.). Στρατηγός του Βυζαντίου. Βλ. λ. Άγγελος, Κωνσταντίνος.
V
Όνομα έντεκα αυτοκρατόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
1. Κ. ο Μέγας. Βλ. λ. Κωνσταντίνος ο Μέγας.
2. Κ. Β’ (Φλάβιος Κλαύδιος Κωνσταντίνος, 317 ; – Ακυληία 340). Αύγουστος του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους (337-340). Αναφέρεται ωστόσο μαζί με τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου ως μέλος της δυναστείας του Κωνσταντίνου του Μεγάλου, του οποίου ήταν πρωτότοκος γιος. Μαζί με τους αδελφούς του, Κώνστα και Κωνστάντιο Β’, ανακηρύχθηκε αύγουστος μετά τον θάνατο του πατέρα του (337) και –σύμφωνα με την επιθυμία του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε καθορίσει τη δικαιοδοσία του κάθε γιου του– ανέλαβε τη διοίκηση της Γαλατίας, της Βρετανίας και της Ισπανίας. Η έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των τριών αδελφών, η οποία έγινε εντονότερη εξαιτίας όχι μόνο των πολεμικών αλλά και των θρησκευτικών τους διαφορών (ο Κ. Β’ και ο Κώνστας ήταν φανατικοί ορθόδοξοι, ενώ ο Κωνστάντιος Β’ ήταν αρειανός) κατέληξε τελικά σε σύγκρουση, με αποτέλεσμα την ήττα και τον φόνο του Κ. Β’.
3. Κ. Γ’ (; – 642). Συναυτοκράτορας του Βυζαντίου (641-642). Ήταν γιος του αυτοκράτορα Ηράκλειου (612-641) και της πρώτης του συζύγου Ευδοξίας. Σε ηλικία 25 ετών ανέλαβε την αρχηγία της εκστρατείας στη Συρία για να απωθήσει από εκεί τους Άραβες που είχαν καταλάβει τις κυριότερες πόλεις της χώρας. Αν και έδειξε μεγάλη στρατιωτική ικανότητα, ο Κ. Γ’ δεν μπόρεσε να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Μετά τον θάνατο του πατέρα του βασίλευσε μαζί με τον αδελφό του, Ηρακλεωνά, για μικρό χρονικό διάστημα, γιατί ύστερα από τρεις μήνες δηλητηριάστηκε από τη Μαρτίνη και τον πατριάρχη Πύρρο και πέθανε. Η εκδοχή αυτή του θανάτου του είναι αποδεκτή, γιατί μετά τον θάνατο του Ηράκλειου η Μαρτίνη είχε προσπαθήσει να πάρει την εξουσία στα χέρια της, αλλά συνάντησε την αντίδραση του λαού, που τάχθηκε στο πλευρό του Κ. Γ’. Σε αυτόν αποδόθηκε η κατηγορία της τυμβωρυχίας, γιατί επέτρεψε να ανοιχτεί ο τάφος του πατέρα του και να αποσπαστεί το χρυσό στέμμα που φορούσε κατά την ταφή του. Ωστόσο διακρινόταν για την ευσέβειά του και ανακηρύχθηκε άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Σεπτεμβρίου.
4. Κ. Δ’, ο Πωγωνάτος (652 – 685). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (668-685). Ήταν γιος του Κώνστα Β’ (641-668). Ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους σε ηλικία 16 ετών, με συναυτοκράτορες τους νεότερους αδελφούς του, Ηράκλειο και Τιβέριο, και αντιμετώπισε με εξαιρετική ετοιμότητα τους στασιαστές της Σικελίας, που δολοφόνησαν τον πατέρα του, καθώς και μια στάση η οποία ξέσπασε αμέσως μετά στη Μικρά Ασία ενώ ο ίδιος βρισκόταν ακόμα στη Σικελία. Το σπουδαιότερο γεγονός της βασιλείας του, του οποίου η σημασία δεν περιορίστηκε στα όρια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ήταν η απώθηση των Αράβων, οι οποίοι υπό τον χαλίφη Μοαουίγια (ο Μωαβίας των Βυζαντινών) είχαν αποφασίσει να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Η αραβική αυτή επιχείρηση, η οποία οργανώθηκε με ισχυρές ναυτικές δυνάμεις, διήρκεσε πέντε χρόνια (673-677). Με ορμητήριο την Κύζικο, όπου αποσύρονταν τους χειμερινούς μήνες, οι Άραβες πολιορκούσαν την Κωνσταντινούπολη κάθε καλοκαίρι. Το υγρόν πυρ (η σπουδαία εφεύρεση του Καλλίνικου, Έλληνα μηχανικού από τη Συρία) αποδείχθηκε το αποτελεσματικότερο όπλο των Βυζαντινών εναντίον του εχθρού. Με αυτό έκαψαν το μεγαλύτερο μέρος του αραβικού στόλου, του οποίου η καταστροφή ολοκληρώθηκε από την τρικυμία κατά την υποχώρησή του στο ακρωτήριο Σύλλαιο της Λυκίας. Η μεγάλη αυτή αραβική ήττα, η οποία ανάγκασε τον Μωαβία να συμφωνήσει σε μια ταπεινωτική ειρήνη, αποτέλεσε αποφασιστική καμπή στον αγώνα του βυζαντινού κράτους εναντίον των Αράβων, οι οποίοι για πρώτη φορά αναχαιτίστηκαν με τόση επιτυχία, ενώ συγχρόνως προκάλεσε βαθιά ανακούφιση στα κράτη της Δύσης, που έβλεπαν με ανησυχία να απειλούνται και τα ίδια από την κατακτητική ορμή των Αράβων. Διαφορετική κατάληξη είχε ο πόλεμος που αναγκάστηκε να διεξάγει ο Κ. Δ’ με τους Βούλγαρους (680), οι οποίοι, αφού εγκαταστάθηκαν στο δέλτα του Δούναβη, επωφελούμενοι από τον αγώνα των Βυζαντινών εναντίον των Αράβων, κατέλαβαν την περιοχή ανάμεσα στον Αίμο και στον Δούναβη. Οι δυσμενείς για τις επιχειρήσεις εδαφικές συνθήκες στη λασπώδη περιοχή του δέλτα και η συστηματική αποφυγή των Βουλγάρων να συγκρουστούν με τον ισχυρότερό τους βυζαντινό στρατό οδήγησαν τελικά τον Κ. Δ’ σε υποχώρηση, την οποία οι Βούλγαροι αντιμετώπισαν με επιτυχημένη αιφνιδιαστική επίθεση προκαλώντας σοβαρές απώλειες στον βυζαντινό στρατό. Η θρησκευτική πολιτική του Κ. Δ’ υπαγορευόταν από τις νέες συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί μετά την απώλεια των ανατολικών επαρχιών. Οι αιρέσεις του μονοθελητισμού και του μονοφυσιτισμού δεν είχαν πλέον ζωτική σημασία για το κράτος, αφού είχαν χαθεί για το Βυζάντιο οι περιοχές που αποτελούσαν κέντρα τους. Αντίθετα, ο Κ. Δ’ θεωρούσε βασικής σημασίας ζήτημα την προσέγγιση με τη Δύση. Έτσι, σε συνεννόηση και με τον Έλληνα πάπα Αγάθωνα, συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη, στην αίθουσα του Τρούλου του βυζαντινού παλατιού, την ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδο (681), η οποία καταδίκασε τον μονοθελητισμό. Παράλληλα όμως δημιουργήθηκε πρόβλημα από την αφαίρεση του τίτλου του συναυτοκράτορα από τους δύο αδελφούς του προς μελλοντικό όφελος του γιου του, Ιουστινιανού. Ξέσπασαν στάσεις, υποκινούμενες από τους δύο εκδιωχθέντες, οι οποίες όμως τελικά εξουδετερώθηκαν και έληξαν με την παραδειγματική τιμωρία των υποκινητών.
5. Κ. Ε’, ο Κοπρώνυμος (718 – 775). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (741-775). Ήταν γιος του Λέοντα Γ’, του ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων (717-741). Η υβριστική προσωνυμία Κοπρώνυμος του αποδόθηκε από τους εικονολάτρες αντιπάλους του, με την εξήγηση ότι ρύπανε το ίδιο του το όνομα με την κατ’ αυτούς ασέβειά του. Ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας σε ηλικία μόλις 2 ετών. Αμέσως μετά τον θάνατο του πατέρα του, και ενώ πολεμούσε τους Άραβες, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εξέγερση, της οποίας αρχηγός ήταν ο σύζυγος της αδελφής του, Αρτάβασδος, με την υποστήριξη πολλών αξιωματούχων και εικονολατρών. Ύστερα από μάχη, ο Αρτάβασδος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πατριάρχη Αναστάσιο. Ο Κ. Ε’, ωστόσο, έχοντας την υποστήριξη των θεμάτων της Θράκης και της Ανατολής, κατάφερε να τον εξουδετερώσει στις Σάρδεις (743) και να επανέλθει στον θρόνο. Ακολούθησαν σκληρές διώξεις των στασιαστών, ύστερα από τις οποίες η κυριαρχία του Κ. Ε’ ήταν πλέον αδιαμφισβήτητη. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της βασιλείας του ήταν οι αποτελεσματικοί πόλεμοι εναντίον των Αράβων, κυρίως στην Αρμενία και στη Μεσοποταμία, και των Βουλγάρων, τους οποίους εκδίωξε από τα βυζαντινά εδάφη το 756, ενώ ύστερα από σκληρότατες μάχες κατάφερε να τους εξασθενήσει και να τους εξαναγκάσει να συνάψουν ειρήνη με βαρείς όρους. Στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, ο Κ. Ε’ συνέχισε την πολιτική του πατέρα του, κυρίως όσον αφορά τον αγώνα εναντίον των εικονολατρών, με κύρια αιχμή τους μοναχούς, τους οποίους καταδίωξε σκληρότατα. Τα μέτρα που έλαβε –τα οποία, εκτός από απόρροια θρησκευτικών πεποιθήσεων, αποτελούσαν και μια προωθημένη για την εποχή οικονομική πολιτική για την προστασία του κράτους από την αιμορραγία σε οικονομικούς πόρους και ανθρώπινο δυναμικό– αμαυρώθηκαν από ακρότητες και ωμότητα στον τρόπο εφαρμογής τους. Ο Κ. Ε’ σκοτώθηκε κατά την ένατη εκστρατεία του εναντίον των Βουλγάρων, αφήνοντας στον διάδοχό του, Λέοντα Δ,’ μια πανίσχυρη πλην όμως διχασμένη από τις εικονομαχικές έριδες αυτοκρατορία.
6. Κ. ΣΤ’ (770 – ;). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (790-797). Ήταν γιος του Λέοντα Δ’ του Χαζάρου (775-780) και της Ειρήνης της Αθηναίας. Στέφθηκε συναυτοκράτορας το 776 και μετά τον θάνατο του πατέρα του ανήλθε στον θρόνο υπό την επιτροπεία της μητέρας του, η οποία ασκούσε ουσιαστικά την εξουσία. Όσο διήρκεσε η επιτροπεία, η Ειρήνη ευνόησε την αναστήλωση των εικόνων, η οποία επισφραγίστηκε από την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (787), προκαλώντας την αντίδραση του στρατού, τον οποίο κατόρθωσε να ελέγξει αξιώνοντας όρκο πίστεως στο πρόσωπό της εις βάρος του νεαρού νόμιμου αυτοκράτορα. Το 790 ο Κ. ΣΤ’ ανέλαβε τη διακυβέρνηση του κράτους και η Ειρήνη, η οποία είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Αυλή, επανήλθε με την ανοχή του και κατάφερε να τον υπερκεράσει, φτάνοντας να επιβάλει την υπογραφή ταπεινωτικών συνθηκών με τους Βούλγαρους. Εξαιτίας αυτών των γεγονότων αλλά και της σκληρής στάσης του εναντίον των μοναχών, καθώς επίσης και του διαζυγίου του για να παντρευτεί μια αυλική, ο Κ. ΣΤ’ συγκέντρωσε τη δυσαρέσκεια της Αυλής και της κοινής γνώμης. Εναντίον του οργανώθηκε η στάση του Σταυρακίου, στην οποία συμμετείχε και η μητέρα του, η οποία κατέληξε με τη σύλληψη και την τύφλωση του Κ. ΣΤ’ και την κυριαρχία της Ειρήνης στη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας.
7. Κ. Ζ’, ο Πορφυρογέννητος (905 – 959). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (913-959). Ήταν γιος του Λέοντα ΣΤ’ του Σοφού (886-912) και της Ζωής Καρβοναψίνα. Υπήρξαν προβλήματα ως προς την αναγνώριση του νεογέννητου διαδόχου, καθώς ο Λέων παντρεύτηκε τη Ζωή μετά τη γέννηση του Κ. Ζ’ και μάλιστα σε τέταρτο γάμο. Η προσωνυμία Πορφυρογέννητος δόθηκε γιατί γεννήθηκε στην αίθουσα της Πορφύρας των ανακτόρων. Μετά τον θάνατο του Λέοντα (912), αυτοκράτορας ανακηρύχθηκε ο νεότερος αδελφός του, Αλέξανδρος, ο οποίος όμως πέθανε αιφνιδίως το 913, οπότε στον θρόνο ανήλθε ο Κ. Ζ’ σε ηλικία μόλις 8 ετών. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του βρισκόταν υπό την επιτροπεία τριμελούς επιτροπής. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της περιόδου αυτής ήταν ο πόλεμος με τους Βούλγαρους, οι οποίοι με ηγεμόνα τον Συμεών άρχισαν επιδρομές (913) που ερήμωσαν τις βόρειες περιοχές της αυτοκρατορίας, ενώ απείλησαν και την ίδια την Κωνσταντινούπολη· νίκησαν τους Βυζαντινούς σε μεγάλη μάχη στην Αγχίαλο (917) και τελικά έφτασαν μέχρι τον Ισθμό της Κορίνθου (918). Ο Συμεών, φιλοδοξώντας να αποκτήσει τον τίτλο του συναυτοκράτορα, είχε προτείνει τον γάμο της κόρης του με τον Κ. Ζ’, αξίωση η οποία δεν έγινε δεκτή ούτε στην αρχή του πολέμου ούτε στο τέλος του, καθώς στην Κωνσταντινούπολη εκδηλώθηκαν στάσεις εναντίον μιας τέτοιας προοπτικής. Οι διαδικασίες αυτές ανέδειξαν ως ισχυρό άνδρα ένα από τα μέλη της τριμελούς επιτροπής, τον Ρωμανό Λεκαπηνό, ο οποίος επέβαλε, με τη βοήθεια του πατριάρχη, τον γάμο του Κ. Ζ’ με τη δική του κόρη, την Ελένη (919), και έγινε εκείνος συναυτοκράτορας, καταφέρνοντας να αποκτήσει τον ολοκληρωτικό έλεγχο στην άσκηση της εξουσίας. Μέσα από διάφορες διαδικασίες ο Κ. Ζ’ απομονώθηκε, ενώ η μητέρα του, Ζωή, η οποία είχε αναμειχθεί ενεργά στην κηδεμονία του γιου της, αναγκάστηκε να κλειστεί σε μοναστήρι. Ο Λεκαπηνός ονόμασε συναυτοκράτορες τους δύο γιους του, οι οποίοι όμως στη συνέχεια στασίασαν εναντίον του και τον εκθρόνισαν, δίδοντας την ευκαιρία στον Κ. Ζ’, ο οποίος είχε την υποστήριξη του λαού και του στρατού, να επανέλθει στην εξουσία (945). Το σημαντικότερο συμβάν μετά την απομάκρυνση του Λεκαπηνού ήταν ο πόλεμος εναντίον των Αράβων. Διεξήχθησαν πολλές μάχες, με εναλλασσόμενα αποτελέσματα, έως το 957 οπότε ο βυζαντινός στρατός ανέλαβε πάλι την πρωτοβουλία στις επιχειρήσεις χάρη στους δύο μεγάλους στρατηγούς, Νικηφόρο Φωκά και Ιωάννη Τσιμισκή. Ο Κ. Ζ’ είχε έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα, όπως ο πατέρας του, και το εικοσιπενταετές διάστημα της διακυβέρνησης του κράτους από τον Ρωμανό Λεκαπηνό του προσέφερε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με τη μελέτη και τη συγγραφική δράση και να συμβάλει στην καλλιέργεια έντονης πνευματικής κίνησης. Η εποχή του έγινε ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στην πολιτιστική ιστορία του Βυζαντίου. Τα σπουδαιότερα έργα του –Περί θεμάτων, Έκθεσις της βασιλείου τάξεως και Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν– αποτελούν πολυτιμότατες πηγές για την ιστορία, την αρχαιολογία, τη γεωγραφία, τη διοίκηση και τη διπλωματία των βυζαντινών χρόνων, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Ιστορική διήγησις του βίου του Βασιλείου Α’, βιογραφία του παππού του. Παράλληλα, υπήρξε πλούσια παραγωγή έργων από τους λογίους της εποχής (σύνταξη λεξικών, ανθολογιών, εγκυκλοπαιδειών και υπομνηματισμός αρχαίων κειμένων), τους οποίους υποστήριζε ο Κ. Ζ’.
8. Κ. Η’ (959 – 1028). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1025-28). Ήταν δευτερότοκος γιος του Ρωμανού Β’ και αδελφός του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου (976-1025), τον οποίο διαδέχθηκε σε ηλικία 66 ετών, αφού είχε θητεύσει ως συναυτοκράτορας από την ηλικία των 3 ετών. Έχοντας παραμείνει στο περιθώριο του δημόσιου βίου, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την πολιτική ζωή του κράτους. Αν και δεν είχε αποκτήσει γιους, το πρόβλημα της διαδοχής τον απασχόλησε μόνο λίγο πριν από τον θάνατό του, όταν αποφάσισε να παντρέψει τη μία από τις δύο κόρες του, τη Ζωή, ηλικίας 50 ετών, με τον έπαρχο της Κωνσταντινούπολης Ρωμανό Αργυρό.
9. Κ. Θ’, ο Μονομάχος (11ος αι.). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1042-55). Ήταν ο τρίτος σύζυγος της Ζωής, της κόρης του Κ. Η’. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Βρισκόταν πάντοτε σε ανταγωνισμό με τους στρατιωτικούς, οι οποίοι εξέφραζαν με στάσεις την αντίθεσή τους στην πολιτική του. Ανήλθε στον θρόνο μετά τον γάμο του, την περίοδο που ο στρατηγός Μαντάκης διεξήγαγε επιτυχείς πολέμους στην ανατολική Σικελία και στη νότια Ιταλία. Η ανάκληση όμως του ικανού στρατηγού προκάλεσε στάση εκ μέρους του, η οποία κατέληξε στην εξουδετέρωσή της από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα και στον θάνατο του Μαντάκη (1043). Την ίδια κατάληξη είχε και μια άλλη στάση, του Λέοντα Τορνικίου, στην οποία μετείχαν αρκετοί αξιόλογοι στρατηγοί. Ο Κ. Θ’ παραμέλησε τον στρατό, ο οποίος σταδιακά παράκμασε, ενώ προέβαλε η απειλή νέων εχθρών: των Νορμανδών και των Σελτζούκων Τούρκων. Οι τελευταίοι διέλυσαν το κράτος των Αβασιδών και κατέλαβαν τη Βαγδάτη (1055). Αξιοσημείωτη ήταν και η απειλητική παρουσία των Πατσινάκων ή Πετσενέγκων στον Δούναβη, οι οποίοι εισέβαλαν στη Βαλκανική και ανάγκασαν τον αυτοκράτορα να τους επιτρέψει την εγκατάσταση στα βυζαντινά εδάφη (1053). Παράλληλα, περιόρισε την εξουσία των στρατηγών των θεμάτων, προς όφελος του πολιτικού διοικητή, γεγονός που συνετέλεσε στην παρακμή του διοικητικού συστήματος. Κατά τη χαλαρή και περιορισμένης πολιτικής εμβέλειας βασιλεία του, η αντίθεση ανάμεσα στις δύο ισχυρές και φιλόδοξες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, τον πάπα Λέοντα και τον πατριάρχη Κηρουλάριο (σχετικά με το πρωτείο), καθώς και δογματικές διαφορές, οδήγησαν στο σχίσμα των δύο Εκκλησιών (1054) με δραματικές για τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας συνέπειες, κυρίως στη νότια Ιταλία. Αντίθετα, ο Κ. Θ’ επέδειξε ενδιαφέρον και φροντίδα για τον πνευματικό και τον πολιτιστικό τομέα· η λειτουργία της νομικής και της φιλοσοφικής σχολής, με διευθυντές αντίστοιχα τον Ιωάννη Ξιφιλίνο και τον Μιχαήλ Ψελλό, αποτέλεσαν αξιόλογα επιτεύγματα, μαζί με την ανέγερση πολυτελών κτιρίων και τη γενναιόδωρη ενίσχυση ναών, μονών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.
10. Κ. Ι’, Δούκας (; – 1067). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1059-67). Καταγόταν από την αριστοκρατική οικογένεια Δούκα. Διαδέχθηκε τον Ισαάκιο Α’ Κομνηνό (1057-59), με την υποστήριξη της Εκκλησίας και του κόμματος της πολιτικής αριστοκρατίας, την οποία αντιπροσώπευε, ενώ αποφασιστικό ρόλο διαδραμάτισε και ο Μιχαήλ Ψελλός, ο οποίος έγινε ο κύριος σύμβουλός του. Σε μια στιγμή ιδιαίτερα κρίσιμη για το Βυζάντιο, όταν στη νότια Ιταλία οι Νορμανδοί κέρδιζαν συνεχώς έδαφος εις βάρος των βυζαντινών κτήσεων, στα βόρεια σύνορα εμφανίστηκε η φοβερή τουρκική φυλή των Ούζων (1064), η οποία επιχειρούσε επιδρομές έως την κυρίως Ελλάδα, και στην Ανατολή οι προελαύνοντες Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν εξουδετερώσει τους Άραβες αποτελώντας τη φοβερότερη απειλή για το Βυζάντιο, ο Κ. Ι’ εφάρμοσε αντιστρατιωτική πολιτική, παραμέλησε τον στρατό και ιδιαίτερα τις φρουρές των συνόρων, ενώ εστίασε την προσοχή του μόνο στη διοίκηση και στη δικαιοσύνη. Για την αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος κατέφευγε συχνά στην πώληση αξιωμάτων, ενώ για να ενισχύσει τη δύναμή του παραχώρησε σε πλήθος πολιτών τον τίτλο του συγκλητικού. Με τον θάνατό του, η εξουσία πέρασε και πάλι στα χέρια των στρατιωτικών.
11. Κ. ΙΑ’, Παλαιολόγος (1405 – 1453). Ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1449-53). Ήταν γιος του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου (1391-1425) και της Ελένης Δραγάτση. Τα δημόσια καθήκοντά του άρχισαν με τη διοίκηση του δεσποτάτου του Μιστρά, μαζί με τους αδελφούς του, Θεόδωρο και Θωμά, στην οποία συμμετείχε κατά περιόδους εξαιτίας της διαμάχης του με τον Θεόδωρο, έως το 1449 οπότε στέφθηκε αυτοκράτορας μετά τον θάνατο του αδελφού του, Ιωάννη Η’ (1425-48). Την περίοδο εκείνη είχε σφίξει ο τουρκικός κλοιός γύρω από την Κωνσταντινούπολη και ο Κ. ΙΑ’ επιδόθηκε στην όσο το δυνατόν καλύτερη οχύρωση και οργάνωση της άμυνάς της. Αντιμέτωπό του είχε τον νεαρό και φιλόδοξο σουλτάνο Μωάμεθ Β’, ο οποίος από την πλευρά του προετοίμαζε μεθοδικά την πολιορκία της πόλης, με κυριότερο έργο την ανέγερση του ισχυρού φρουρίου Ρούμελι-Χισάρ το οποίο, σε συνδυασμό με το παλαιότερο Ανατολή-Χισάρ, απέκοπτε την επικοινωνία των Βυζαντινών με τον βορρά και τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου. Ο Κ. ΙΑ’ προσπάθησε να προκαλέσει το ενδιαφέρον της Δύσης, αλλά η μόνη ανταπόκριση στις εκκλήσεις του υπήρξε η συμμετοχή περίπου 700 Γενοβέζων και ορισμένων ακόμη Ενετών, δύναμη που μαζί με τους περίπου 2.000 Βυζαντινούς δεν επαρκούσε για την απόκρουση του πολυάριθμου και αξιόμαχου αντιπάλου. Οι Τούρκοι αντιπαρήλθαν το εμπόδιο της αλυσίδας του Κεράτιου κόλπου με τη μεταφορά μεγάλου αριθμού πλοίων από την ξηρά. Η γενική επίθεση εξαπολύθηκε στις 28 Μαΐου 1453. Οι Βυζαντινοί, με την εμψύχωση του Κ. ΙΑ’ και τη σημαντική συμβολή του Γενοβέζου στρατηγού Ιουστινιάνη, κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν το πρώτο κύμα των επιτιθέμενων, αλλά στον ούτως ή άλλως δυσανάλογο συσχετισμό δυνάμεων προστέθηκε και ο βαρύς τραυματισμός του Ιουστινιάνη και η απόσυρσή του από τη μάχη. Το πρωί της 29ης Μαΐου, και ενώ ο Κ. ΙΑ’ μαχόταν γενναία μαζί με τους εναπομείναντες στρατιώτες του, οι Τούρκοι εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη από την αφύλακτη Κερκόπορτα, θέτοντας τέλος στην υπερχιλιετή ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Όπως ήταν φυσικό, το γεγονός της πτώσης της Κωνσταντινούπολης αλλά και η προσωπική συμμετοχή του Κ. ΙΑ’ έγιναν αντικείμενο θρύλων και λαϊκών παραδόσεων που διέσωσαν στη συλλογική μνήμη τη μορφή του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου ως του «μαρμαρωμένου βασιλιά», ο οποίος περιμένει την ευκαιρία να αναστρέψει το τραγικό ιστορικό αποτέλεσμα.
Χάρη στο «υγρόν πυρ», μια επαναστατική στην εποχή της επινόηση, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Δ’, ο επιλεγόμενος Πωγωνάτος, κατόρθωσε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις αραβικές επιδρομές, στο β’ μισό του 7ου αι. (απεικόνιση σε μικρογραφία χειρογράφου, του 14ου αι.).
VI
Όνομα μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
1.Κ(Χαρισιάδης, Χαλκηδόνα 1929 –). Μητροπολίτης Δέρκων (1977-), Υπέρτιμος και Έξαρχος Βοσπόρου, Θρακικού και Κυανέων. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης (1950), στο Ρωμαιοκαθολικό Ινστιτούτο του Παρισιού και στη Σορβόνη. Το 1950 χειροτονήθηκε διάκονος και το 1956 πρεσβύτερος. Παράλληλα με τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, εργάστηκε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Το 1972 εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου επίσκοπος Απολλωνιάδος, το 1974 μητροπολίτης Πριγκιποννήσων και το 1977 Δέρκων. Είναι μέλος της Ιεράς Συνόδου (έδρα Θεραπεία). Στη δικαιοδοσία του υπάγονται επτά ιεροί ναοί των περιοχών Θεραπειών, Γενί μαχαλά, Βαθυρρύακα, Γεσίλκιοϊ και Μακροχωρίου. Έχει συμμετάσχει σε διάφορες επιτροπές και σε θεολογικά επιστημονικά συνέδρια.
2. Κ. (Φαραντάτος, Κεφαλονιά ; –). Μητροπολίτης Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας (1994-). Σπούδασε στη θεολογική και στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά τη χειροτονία του σε διάκονο και πρεσβύτερο υπηρέτησε στη γραμματεία της Αποστολικής Διακονίας και κατόπιν διορίστηκε πρωτοσύγκελος στη μητρόπολη Μαρωνείας (1968-74). Υπηρέτησε, στη συνέχεια, ως εφημέριος στους ναούς Αγίου Ευθυμίου Κυψέλης και Αγίου Γεωργίου Κομοτηνής, όπου ανέπτυξε σημαντική δράση ως κατηχητής, ιεροκήρυκας και πνευματικός, ενώ παράλληλα διετέλεσε διευθυντής του Εκκλησιαστικού Οικοτροφείου Θηλέων Κομοτηνής και συνεργάτης του ραδιοφωνικού σταθμού της Θράκης. Το 1974 μετατέθηκε στη μητρόπολη Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας ως πρωτοσύγκελος, ενώ παράλληλα υπηρέτησε ως εφημέριος, ιεροκήρυκας, κατηχητής και πνευματικός στον ναό Αγίας Ευφημίας Νέας Χαλκηδόνας. Ως μητροπολίτης Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας έχει αναπτύξει πλούσια και αξιόλογη πνευματική, κοινωνική και φιλανθρωπική δράση.
3. Κ. (Theodore Buggan, Πίτσμπουργκ, Πενσιλβάνια 1936 –). Μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως (1995-). Σπούδασε στο θεολογικό κολέγιο του Αγίου Ανδρέα στο Γουίνιπεγκ του Καναδά (1959), στο θεολογικό σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου Νέας Υόρκης, ενώ αναγορεύτηκε διδάκτορας της φιλοσοφίας του πανεπιστημίου Duguense του Πίτσμπουργκ. Το 1967 χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος, ενώ το 1971 έγινε μοναχός και έλαβε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε ως εφημέριος σε ναούς του Σικάγου, του Ιλινόις και της Νέας Υόρκης. Το 1972 εξελέγη επίσκοπος, το 1976 αρχιεπίσκοπος και το 1995, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου μητροπολίτης Ειρηνουπόλεως.
VII
Όνομα ενός πάπα και ενός αντίπαπα της Ρώμης.
1. Κ. Α’ (Συρία ; – Ρώμη 715). Πάπας της Ρώμης (708-715). Διαδέχθηκε στον παπικό θρόνο τον Σισίνιο. Υποστήριζε με φανατισμό το πρωτείο του πάπα και γι’ αυτό ήρθε σε ρήξη με τον επίσκοπο της Ραβένα Φήλικα, ο οποίος κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Ιουστινιανό Β’, τυφλώθηκε και εξορίστηκε στον Πόντο, απ’ όπου αργότερα ανακλήθηκε και αποκαταστάθηκε στον θρόνο του. Ο Κ. Α’ προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Ιουστινιανό, ο οποίος του ζήτησε να αποδεχτεί τις αποφάσεις της συνόδου του Τρούλου. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα, ο νέος αυτοκράτορας Φιλιππικός αποδοκιμάστηκε από τον Κ. Α’ και με την προτροπή του ο λαός της Ρώμης έδιωξε με τη βία τον αυτοκρατορικό έξαρχο Πέτρο.
2. Κ. Β’ (8ος αι.). Αντίπαπας της Ρώμης (767-768). Μετά τον θάνατο του πάπα Παύλου Α’, οι στρατιωτικοί προέβαλαν την απαίτηση να μετέχουν και οι λαϊκοί στην εκλογή του πάπα και ταυτόχρονα ανακήρυξαν στο αξίωμα αυτό τον αξιωματικό Κ. Β’, ο οποίος προηγουμένως είχε χειροτονηθεί διαδοχικά διάκονος, πρεσβύτερος και επίσκοπος, με συνοπτικές διαδικασίες από τον επίσκοπο Πραινέστου. Μετά το γεγονός αυτό οι φίλοι του πάπα Παύλου Α’ κατέφυγαν στη Λομβαρδία, όπου ζήτησαν τη βοήθεια του βασιλιά Διδιέρου, ο οποίος εκστράτευσε αμέσως εναντίον της Ρώμης. Ο Κ. Β’ δεν μπόρεσε τελικά να βρει ισχυρό υποστηρικτή και καθώς ήταν ανυπεράσπιστος τον συνέλαβαν, τον διαπόμπευσαν και τον φυλάκισαν. Πάπας ανακηρύχθηκε ο Στέφανος Γ’. Λίγο αργότερα η σύνοδος των Γάλλων, των Λομβαρδών και των Ιταλών αρχιερέων τον καταδίκασε και ακύρωσε τις πράξεις του.
VIII
Όνομα έξι πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως.
1. Κ. Α’ (7ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (675-677). Διετέλεσε και σκευοφύλακας της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Ιωάννη Ε’, στα χρόνια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δ’ Πωγωνάτου (668-685). Κατά τον Εφραίμιο ήταν «ανήρ σπουδαίος» και διακρίθηκε για τους αποφασιστικούς αγώνες του εναντίον των μονοθελητών. Ανακηρύχθηκε άγιος από την Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται στις 29 Ιουλίου.
2. Κ. B’ (; – 766). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (754-766). Διετέλεσε επίσκοπος Συλαίου και ανακηρύχθηκε πατριάρχης χωρίς κανονική διαδικασία, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τον Κοπρώνυμο. Στην τελευταία συνεδρίαση της μεταρρυθμιστικής συνόδου (754), στον ναό των Βλαχερνών, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε’ ανέβηκε στον άμβωνα και φώναξε, κρατώντας τον Κ. Β’: «Κωνσταντίνου οικουμενικού πατριάρχου πολλά τα έτη». Αργότερα όμως απομακρύνθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο και τιμωρήθηκε με περιορισμό, επειδή ο αυτοκράτορας θεώρησε ότι δεν προχώρησε, όπως ο ίδιος επιθυμούσε, σε ριζικές μεταρρυθμίσεις και μάλιστα δογματικού χαρακτήρα. Λίγο αργότερα ανακλήθηκε στο Πατριαρχείο, αλλά και πάλι ήρθε σε ρήξη με τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε τον αποκεφαλισμό του, ύστερα από αλλεπάλληλους εξευτελισμούς και ταπεινώσεις.
3. Κ. Γ’, Λειχούδης (; – 1063). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1059-63). Προτού αναγορευθεί πατριάρχης, διετέλεσε πρωτοβεστιάριος και πρόεδρος της Συγκλήτου. Συγκεκριμένα, προσέφερε τις υπηρεσίες του στους αυτοκράτορες Κωνσταντίνο Θ’ Μονομάχο (1054-55), Θεοδώρα (1042-56) και Μιχαήλ ΣΤ’ Στρατιωτικό (1056-57). Πίστευε ότι τα ανώτατα αξιώματα έπρεπε να κατέχονται από λογίους και γι’ αυτό αντικατέστησε τους παλαίμαχους και ικανούς στρατηγούς με πρόσωπα της εμπιστοσύνης του, προξενώντας πολλά προβλήματα. Διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Μιχαήλ Κηρουλάριο, ο οποίος καθαιρέθηκε από τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, και εξελέγη στο αξίωμα αυτό ύστερα από κοινή ψηφοφορία αρχιερέων και λαού. Κατά τη διάρκεια της θητείας του έχτισε στην Κωνσταντινούπολη ναό αφιερωμένο στη Θεοτόκο. Σώζονται δύο κείμενά του: Περί δούλου εγκληματικού και Περί του φονεύσαντος ιερέως και καθαιρεθέντος. Ανακηρύχθηκε άγιος από την Ανατ. Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται στις 9 Αυγούστου.
4. Κ. Δ’, Χλιαρηνός (12ος αι.). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1154-56). Διετέλεσε διάκονος Χλιαρών και σακελλάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ διαδέχθηκε τον πατριάρχη Νεόφυτο Α’. Στα χρόνια του, ο πάπας Αδριανός Δ’ έστειλε στην Κωνσταντινούπολη δύο πρεσβευτές του να συζητήσουν για την ένωση των δύο Εκκλησιών, αλλά εξαιτίας της Β’ Σταυροφορίας, η οποία έγινε την ίδια εποχή, οι συνομιλίες δεν ολοκληρώθηκαν. Συγκάλεσε δύο συνόδους στην Κωνσταντινούπολη, από τις οποίες η μία (1156) καταδίκασε την αιρετική διδασκαλία του μοναχού Σωτήριχου Πεντεύγενου, ο οποίος διεκδικούσε τον πατριαρχικό θρόνο της Αντιόχειας, και η άλλη καταδίκασε τον καθηγητή της διδασκαλίας τον Ευαγγελίων Νικηφόρο Βασιλάκη.
5. Κ. Ε’, Βαλλιάδης (Χίος 1833 – Χάλκη 1914). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1897-1901). Σπούδασε σε διάφορα πνευματικά ιδρύματα στην Αθήνα, στη Γαλλία, στην Ελβετία και στη Γερμανία. Διετέλεσε γραμματέας της μεγάλης Συνόδου της Κωνσταντινούπολης, η οποία ασχολήθηκε με το βουλγαρικό σχίσμα (1872) και δύο χρόνια αργότερα διορίστηκε αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου των πατριαρχείων. Το 1876 εξελέγη μητροπολίτης Μυτιλήνης και το 1893 τοποθετήθηκε στη μητρόπολη της Εφέσου. Διαδέχθηκε στον πατριαρχικό θρόνο τον Άνθιμο Ζ’, ο οποίος παραιτήθηκε. Ως πατριάρχης διακρίθηκε για τη θεολογική μόρφωση και τις διοικητικές ικανότητές του. Αντιμετώπισε με μετριοπάθεια την πανσλαβιστική προπαγάνδα και προώθησε τις σχέσεις ορθοδόξων και αγγλικανών. Ήταν γλωσσομαθής και φιλόμουσος. Ασχολήθηκε με τη βελτίωση της εκκλησιαστικής μουσικής παιδείας και συγκρότησε ειδική επιτροπή η οποία διόρθωσε κριτικά την Καινή Διαθήκη. Καθαιρέθηκε από συνοδικούς, φίλους του Ιωακείμ Γ’, και αποσύρθηκε στη Χάλκη, όπου πέθανε. Ενταφιάστηκε στην αυλή της θεολογικής σχολής του νησιού.
6. Κ. ΣΤ’, Αράπογλου (Σιγή Προποντίδας 1860 – Αθήνα 1930). Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1924-25). Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Χρημάτισε βοηθός επισκόπου Ροδόστολου και κατόπιν, διαδοχικά, μητροπολίτης Βελάς και Κονίτσης, Τραπεζούντος, Κυζίκου και Δέρκων. Μετά τον θάνατο του Γρηγορίου Z’ εξελέγη πατριάρχης, αλλά πολύ σύντομα υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, όταν μετά τη συνθήκη της Λοζάνης η Τουρκία εφάρμοσε τον νόμο «περί ανταλλαξίμων». Εγκαταστάθηκε τότε στη Χαλκίδα και αργότερα, οριστικά πλέον, στην Αθήνα.
IX
Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Κ., ο Μέγας. Βλ. λ. Κωνσταντίνος ο Μέγας.
2. Κ. Α’, ο όσιος. Βλ. λ. Κωνσταντίνος. Όνομα έξι πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (1.).
3. Κ. Γ’, ο «βασιλεύς ο νέος». Βλ. λ. Κωνσταντίνος. Όνομα έντεκα αυτοκρατόρων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (3.).
4. Κ. ο Ιουδαίος. Καταγόταν από τις Συνάδες της Φρυγίας. Έγινε χριστιανός στη μονή Φουρβουτίου και αργότερα μόνασε στον Όλυμπο. Από εκεί ταξίδεψε στα Μύρα, στην Κύπρο, στην Αττάλεια κ.α. Επέστρεψε στον Όλυμπο όπου παρέμεινε, κατά την παράδοση, νηστικός επί σαράντα ημέρες, χωμένος μέσα σε έναν λάκκο. Έπειτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και πήγε στην Ατρώα, όπου πέθανε. Η μνήμη του τιμάται στις 26 Δεκεμβρίου.
5. Κ. ο Κύπριος. Μαρτύρησε στην Κύπρο. Η μνήμη του τιμάται την 1η Ιουλίου.
6. Κ. Γ’, ο Λειχούδης. Βλ. λ. Κωνσταντίνος. Όνομα έξι πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως (3.).
7. Κ. ο νεομάρτυς (; – Ρόδος 1800). Καταγόταν από την Ύδρα. Πολύ νέος υπηρέτησε στη διοίκηση της Ρόδου, απ’ όπου πήγε στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα στο Άγιον Όρος. Μαρτύρησε στη Ρόδο με απαγχονισμό. Η μνήμη του τιμάται στις 14 Νοεμβρίου.
8. Κ. ο νεομάρτυς (Λέσβος ; – Κωνσταντινούπολη 1820). Οθωμανός, ο οποίος γεννήθηκε από Τούρκο πατέρα και χριστιανή μητέρα. Πήγε στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων του Αγίου Όρους όπου έγινε χριστιανός. Μαρτύρησε με απαγχονισμό στην Κωνσταντινούπολη.
X
Όνομα ηγεμόνων του κράτους της Μικρής Αρμενίας στην ιστορική περιοχή της Κιλικίας.
1. Κ. ή Κωνστάν (11ος αι.). Πρίγκιπας της Μικρής Αρμενίας (1095-99). Ήταν γιος του Ρουπέν, του ιδρυτή της κράτους της Μικρής Αρμενίας και της δυναστείας Ρουπινιάν. Αφού διαδέχθηκε τον πατέρα του, ύστερα από σκληρούς αγώνες εναντίον των Τούρκων και των Βυζαντινών, κατόρθωσε να κυριεύσει το φρούριο Φέκι, στον άνω Σάρο, το οποίο δέσποζε του δρόμου που οδηγούσε από την Ταρσό στην Καππαδοκία. Από τότε έλεγχε στρατηγικά την περιοχή και φορολογούσε κάθε εμπορικό καραβάνι που κατευθυνόταν από τα παράλια στο εσωτερικό. Αργότερα προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την παρουσία (1098-99) των Λατίνων της Α’ Σταυροφορίας στην επικράτειά του για να προσαρτήσει γειτονικά εδάφη. Τον διαδέχθηκε ο γιος του, Θορός (Θεόδωρος).
2. Κ. Α’ (13ος αι.). Βασιλιάς της Μικρής Αρμενίας (1298-99). Εκθρόνισε τον αδελφό του, Σεμπάτ, και ανήλθε στον θρόνο με τη βία. Κατά τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας του η χώρα δοκιμάστηκε από τις επιδρομές των Αιγυπτίων, οι οποίοι κυρίευσαν αρκετές πόλεις και επιδόθηκαν σε καταστροφές και λεηλασίες. Σύμφωνα με μαρτυρίες του Άραβα ιστορικού Αμπουλφέντα, οι Αρμένιοι έσωσαν την πόλη Χαμούς, παραδίδοντας στους Αιγύπτιους πολιορκητές της 1.200 γυναικόπαιδα. Στον Άραβα ιστορικό δόθηκαν δύο νεαρές κοπέλες και ένα αγόρι. Τελικά ο Κ. εκθρονίστηκε από τους ευγενείς και εξορίστηκε μαζί με τον έκπτωτο αδελφό του. Πέθανε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη.
3. Κ. Β’ ή Γουίδος ή Γκι (14ος αι.). Βασιλιάς της Μικρής Αρμενίας (1342-44). Ήταν γιος της αδελφής του βασιλιά Λέοντα (Λεβόν) Δ’ και αδελφός του βασιλιά Ερρίκου Β’ Λουζινιάν της Κύπρου. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στη θεία του, Ξενία ή Μαρία, τη σύζυγο του βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Θ’ Παλαιολόγου. Επειδή ήταν ο στενότερος συγγενής του βασιλιά της Μικρής Αρμενίας Λέοντα Ε’, υποδείχθηκε ως διάδοχός του και τον ίδιο χρόνο ανήλθε στον θρόνο. Ταυτόχρονα, οι Αιγύπτιοι και άλλοι μουσουλμάνοι απαίτησαν την πληρωμή των ετήσιων φόρων, τους οποίους ο Λέων Ε’ είχε καθυστερήσει να καταβάλει και, όταν ο Κ. αρνήθηκε, του κήρυξαν τον πόλεμο. Οι εχθροπραξίες κράτησαν δύο χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Κ. για να εξασφαλίσει την υποστήριξη των ηγεμόνων της Δύσης, προσπάθησε να ενώσει την Αρμενική Εκκλησία με την Εκκλησία της Ρώμης. Οι πρωτοβουλίες του όμως αυτές δυσαρέστησαν τους Αρμένιους ευγενείς, οι οποίοι εξεγέρθηκαν και τον δολοφόνησαν.
4. Κ. Γ’ (14ος αι.). Βασιλιάς της Μικρής Αρμενίας (1345-63). Παρά το γεγονός ότι είχε μακρινή μόνο συγγένεια με τη βασιλική οικογένεια της Κιλικίας, ανακηρύχθηκε βασιλιάς από τους ευγενείς, μετά την εκθρόνιση του Κ. Β’ (βλ. 3.). Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του συμπεριφέρθηκε με αυταρχικότητα προς τους υπηκόους του και έδειξε μεγάλη σκληρότητα απέναντι στους αντιπάλους του. Συγκάλεσε σύνοδο στην πόλη Σιλ, η οποία ασχολήθηκε με τις 117 θρησκευτικές πλάνες τις οποίες οι καθολικοί καταλόγιζαν στους Αρμένιους. Οι τελευταίοι, μετά τη σύνοδο αυτή, υποχρεώθηκαν να υποκύψουν σε όλους τους όρους που τους έθεσε ο πάπας, ελπίζοντας στη βοήθειά του. Ωστόσο παρά τις εκκλήσεις του πάπα Κλήμη ΣΤ’, κανένα ευρωπαϊκό κράτος δεν τους βοήθησε στους αγώνες τους εναντίον των Μαμελούκων της Αιγύπτου και άλλων μουσουλμάνων, οι οποίοι εκείνη την εποχή είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος της χώρας. Τελικά, μόνο ο βασιλιάς της Κύπρου Πέτρος Α’ Λουζινιάν προσέφερε στον Κ. αξιόλογη στρατιωτική βοήθεια.
5. Κ. Δ’ (; – 1373). Βασιλιάς της Μικρής Αρμενίας (1365-73). Ήταν εξάδελφος του Κ. Γ’ (βλ. 4.). Συνέχισε, με τη βοήθεια του βασιλιά της Κύπρου, τους πολέμους εναντίον των μουσουλμάνων. Την ίδια εποχή οι Βενετοί, οι Γενοβέζοι και οι Αραγονέζοι όχι μόνο δεν βοήθησαν τον Κ. αλλά, αψηφώντας ακόμη και τις απειλές του πάπα ότι θα τους αφόριζε, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις με τους Αιγυπτίους, με τους οποίους είχαν υπογράψει εμπορικές συνθήκες. Έτσι, η Κιλικία αφέθηκε έρμαιο της μανίας των μουσουλμάνων της Αιγύπτου, της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Μέσα σε αυτή τη χαώδη κατάσταση ο Κ. δολοφονήθηκε και στον θρόνο ανήλθε ο Λέων ΣΤ’ Λουζινιάν, ο τελευταίος βασιλιά της Μικρής Αρμενίας.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κωνσταντίνος — ο Константин – 1) имя некоторых святых Православной Церкви; 2) имя некоторых императоров Византии: Κωνσταντίνος ο Μέγας Константин Великий, равноапостольный Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος Константин Палеолог. Это имя носили и многие правители, князья …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων — Βλ. λ. Οικονόμος, Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος ο Μέγας — (Flavius Valerius Constantinus, Ναϊσσός Μοισίας [σημερινή Νις Σερβίας] 280; – Νικομήδεια Βιθυνίας 337 μ.Χ.). Ρωμαίος αυτοκράτορας (306 337), ιδρυτής του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους (Βυζαντινής αυτοκρατορίας). Ήταν γιος του Κωνσταντίου του Χλωρού …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος ο Αφρικανός — (Καρθαγένη 1020; – 1087). Βυζαντινός γιατρός και αραβιστής. Σπούδασε ιατρική και στη συνέχεια περιόδευσε στην Ανατολή, όπου μελέτησε τις τοπικές γλώσσες και κυρίως την αραβική. Όταν γύρισε στην πατρίδα του κατηγορήθηκε ως μάγος και αναγκάστηκε να …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος ο Βυζάντιος — (Κωνσταντινούπολη 1777 – 1862). Βυζαντινός ψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος. Προσελήφθη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1800 ως δεύτερος δομέστικος και αργότερα έγινε πρωτοψάλτης. Μελοποίησε στίχους του Πέτρου του Πελοποννήσιου και άλλων συγχρόνων του …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος ο Μοσχοπολίτης — (18ος αι.). Λόγιος κληρικός από τη Μοσχόπολη. Διετέλεσε δάσκαλος στην πατρίδα του και το 1753 φοίτησε στην Αθωνιάδα σχολή, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας από τον Ευγένιο Βούλγαρι. Αργότερα διδάχτηκε τη λατινική γλώσσα στην Ουγγαρία και… …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος ο Ρόδιος — (9ος 10ος αι. μ.Χ.). Βυζαντινός ποιητής και επιγραμματοποιός. Διετέλεσε νοτάριος και κατόπιν ιερέας της βυζαντινής Αυλής. Έγραψε διάφορα ποιήματα, το κυριότερο από τα οποία τιτλοφορείται Περιγραφή της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησίας των Αγίων… …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος ο Σικελιώτης — (τέλη 9ου – αρχές 10ου αι. μ.Χ.). Βυζαντινός λόγιος. Ήταν μαθητής και φίλος του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ του Σοφού και έγραψε διάφορα ποιήματα στα οποία κυριαρχούν τα ανακρεόντεια μέτρα. Τα κυριότερα από αυτά είναι τρία ποιήματα που απευθύνονται… …   Dictionary of Greek

  • Άγιος Κωνσταντίνος — I Μικρό νησί στον Κρισσαίο κόλπο, μπροστά στο λιμάνι της Ιτέας. Στο νησί αυτό ίδρυσε το 1720 σχολείο ο Νικόλαος Λογοθέτης, στο οποίο δίδαξαν ο ιερομόναχος Καβρίκος από την Αγία Ευφημία της Ευρυτανίας και ο Πρωτόπαπας από τα Άγραφα. To σχολείο… …   Dictionary of Greek

  • Καβάφης, Κωνσταντίνος — (Αλεξάνδρεια 1863 – Αλεξάνδρεια 1933). Ποιητής. Ο πατέρας του, Πέτρος Ιωάννης, ήταν δραστήριος έμπορος στην Αλεξάνδρεια, όπου τότε είχε αρχίσει να ακμάζει το ελληνικό στοιχείο. Η μητέρα του, Χαρίκλεια (το γένος Γεωργάκη Φωτιάδη), ανήκε σε παλιά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.